147 αποτελέσματα για «焼»

焼く やく N4

ρήμα

  1. 01 καίω
  2. 02 ψήνω, φρυγανίζω
  3. 03 ζεσταίνω, θερμαίνω
  4. 04 φτιάχνω (π.χ. κάρβουνο, κεραμικά, τούβλα), ψήνω, καίω
  5. 05 μαυρίζω (στον ήλιο), καίω
  6. 06 εκτυπώνω (φωτογραφία), γράφω (οπτικό δίσκο)
  7. 07 ζηλεύω
焼ける やける N4

ρήμα

  1. 01 καίγομαι, καίγομαι ολοσχερώς, παραδίδομαι στις φλόγες
  2. 02 ψήνομαι, μαγειρεύομαι καλά
  3. 03 μαυρίζω (από τον ήλιο), ξεθωριάζω (στον ήλιο)
  4. 04 κοκκινίζω (π.χ. ο ουρανός στο ηλιοβασίλεμα)
  5. 05 ζεσταίνομαι (από τον ήλιο)
  6. 06 ζηλεύω, φθονώ
焼き尽くす やきつくす

ρήμα

  1. 01 καίω ολοσχερώς, καταστρέφω με τη φωτιά, αποτεφρώνω, ισοπεδώνω με τη φωτιά, μετατρέπω σε στάχτη
焼き やき

ουσιαστικό

  1. 01 ψήσιμο, σχάρα, φούρνισμα
  2. 02 σκλήρυνση (στη μεταλλουργία)
  3. 03 κεραμικά, πορσελάνη, πηλοπλαστική
焼き払う やきはらう

ρήμα

  1. 01 καίω ολοσχερώς (έως το έδαφος), αποψιλώνω με φωτιά, μετατρέπω σε στάχτη, καίω τελείως
焼きそば やきそば

ουσιαστικό

  1. 01 γιακισόμπα, τηγανητά νουντλς, συνήθως με λαχανικά και κρέας
焼き付く やきつく

ρήμα

  1. 01 καίγομαι πάνω σε κάτι, χαράζομαι με θερμότητα
  2. 02 αφήνω ισχυρή εντύπωση, χαράζομαι στη μνήμη κάποιου
焼き菓子 やきがし

ουσιαστικό

  1. 01 ψητά γλυκίσματα
焼きたて やきたて

ουσιαστικό

  1. 01 φρεσκοψημένος, μόλις βγαλμένος από τον φούρνο
焼け焦げる やけこげる

ρήμα

  1. 01 καίγομαι τελείως μέχρι να απανθρακωθώ, καψαλίζομαι
焼き付ける やきつける

ρήμα

  1. 01 ψήνω (σχέδιο σε κεραμικό), ψήνω επάνω, χρωματίζω (γυαλί)
  2. 02 χαράζω (στη μνήμη), αποτυπώνω, εντυπώνω (στο μυαλό), εγγράφω
  3. 03 εκτυπώνω (από αρνητικό)
  4. 04 πυρώνω
  5. 05 συγκολλάω (μέταλλα)
  6. 06 επιμεταλλώνω
焼き鳥 やきとり

ουσιαστικό

  1. 01 γιακιτόρι, κομμάτια κοτόπουλου (ή ενίοτε εντόσθια μοσχαριού ή χοιρινού) ψημένα σε σουβλάκι
  2. 02 ψημένο και περασμένο σε σουβλάκι πουλερικό (ειδικότερα σπουργίτι)
  3. 03 αποτυχία νίκης σε οποιαδήποτε παρτίδα κατά τη διάρκεια ενός μισού παιχνιδιού
焼酎 しょうちゅう

ουσιαστικό

  1. 01 σότσου, ιαπωνικό οινοπνευματώδες ποτό που αποστάζεται από γλυκοπατάτες, ρύζι κ.λπ.
焼き切る やききる

ρήμα

  1. 01 καίω μέχρι να κοπεί, καίω για να διακόψω
焼肉 やきにく

ουσιαστικό

  1. 01 γιακινίκου, ιαπωνικό πιάτο με ψητό κρέας παρόμοιο με το κορεατικό μπάρμπεκιου
  2. 02 ψητό κρέας, γκριλ
焼き殺す やきころす

ρήμα

  1. 01 καίω κάποιον μέχρι θανάτου, θανατώνω με φωτιά
焼け落ちる やけおちる

ρήμα

  1. 01 καίγομαι ολοσχερώς
焼却 しょうきゃく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποτέφρωση, καταστροφή μέσω πυράς
焼き魚 やきざかな

ουσιαστικό

  1. 01 ψητό ψάρι
焼け死ぬ やけしぬ

ρήμα

  1. 01 καίγομαι μέχρι θανάτου