5 αποτελέσματα για «煌»
煌めく きらめく
ρήμα
- 01 αστράφτω, λάμπω, τρεμοπαίζω, γυαλίζω, φέγγω, αστράφτω
煌々 こうこう
άλλο, επίρρημα
- 01 λαμπερός, φωτεινός, εκτυφλωτικός
煌びやか きらびやか
επίθετο
- 01 λαμπρός, φανταχτερός, εκθαμβωτικός, χαρούμενος, μεγαλόπρεπος
煌めき きらめき
ουσιαστικό
- 01 λάμψη, τρεμόπαιγμα, σπινθηρισμός, αστραφτερή εμφάνιση
煌
- 01 λαμπυρίζω
- 02 λάμπω, φέγγω
- 03 σπινθηροβολώ, τρεμοπαίζω