63 αποτελέσματα για «燃»

燃える もえる N3

ρήμα

  1. 01 καίω, ενθουσιάζομαι
燃やす もやす N3

ρήμα

  1. 01 καίω
  2. 02 φλέγομαι (από συναίσθημα), ενθουσιάζομαι
燃え上がる もえあがる

ρήμα

  1. 01 φλογίζομαι, ξεσπάω σε φλόγες
燃料 ねんりょう N1

ουσιαστικό

  1. 01 καύσιμο
燃え尽きる もえつきる

ρήμα

  1. 01 καίγομαι ολοκληρωτικά, εξαντλούμαι πλήρως
燃え盛る もえさかる

ρήμα

  1. 01 φλέγομαι, καίγομαι έντονα
燃焼 ねんしょう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καύση
  2. 02 καταβολή κάθε προσπάθειας, εξάντληση των δυνάμεων
燃え広がる もえひろがる

ρήμα

  1. 01 εξαπλώνομαι (αναφορικά με φλόγες)
燃え移る もえうつる

ρήμα

  1. 01 εξαπλώνομαι (για φωτιά)
燃費 ねんぴ

ουσιαστικό

  1. 01 κατανάλωση καυσίμου, απόδοση καυσίμου
燃え立つ もえたつ

ρήμα

  1. 01 φλέγομαι, αναφλέγομαι
燃えつく もえつく

ρήμα

  1. 01 αρπάζω φωτιά, αναφλέγομαι
燃えるゴミ もえるごみ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 καύσιμα απορρίμματα, καύσιμα σκουπίδια
燃え出す もえだす

ρήμα

  1. 01 πιάνομαι φωτιά, ξεκινώ να καίγομαι
燃料切れ ねんりょうぎれ

ουσιαστικό

  1. 01 έλλειψη καυσίμων
燃えさし もえさし

ουσιαστικό

  1. 01 αναμμένο κάρβουνο, αναμμένο ξύλο, υπόλειμμα (χρησιμοποιημένου κεριού, σπίρτου κ.λπ.)
燃えないゴミ もえないゴミ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 μη καύσιμα απορρίμματα, άφλεκτα υλικά
燃え残り もえのこり

ουσιαστικό

  1. 01 αναμμένα κάρβουνα, στάχτη που σιγοκαίγεται
燃え尽き症候群 もえつきしょうこうぐん

ουσιαστικό

  1. 01 σύνδρομο επαγγελματικής εξουθένωσης
燃料電池 ねんりょうでんち

ουσιαστικό

  1. 01 κυψέλη καυσίμου