6 αποτελέσματα για «爺»

じじ

ουσιαστικό

  1. 01 γέροντας, ηλικιωμένος
  2. 02 παππούς, γέρος
爺さん じいさん

ουσιαστικό

  1. 01 παππούς
  2. 02 ηλικιωμένος άνδρας
爺ちゃん じいちゃん

ουσιαστικό

  1. 01 παππούς
  2. 02 ηλικιωμένος άνδρας
爺や じいや

ουσιαστικό

  1. 01 ηλικιωμένος υπηρέτης, γέροντας οικιακός βοηθός
爺むさい じじむさい

επίθετο

  1. 01 γεροντίστικος, τρεμουλιαστός, ζαρωμένος, ατημέλητος, κουρελιάρης
  1. 01 γέρος
  2. 02 παππούς