9 αποτελέσματα για «獲»

獲物 えもの N1

ουσιαστικό

  1. 01 θήραμα, λεία, αλίευμα, κυνήγι
  2. 02 λάφυρα, τρόπαιο, λεία
獲得 かくとく N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απόκτηση, κατοχή
獲る とる

ρήμα

  1. 01 πιάνω (άγριο ζώο ή ψάρι), συλλαμβάνω, κυνηγώ
  2. 02 κερδίζω (τίτλο, βραβείο κ.λπ.), κατακτώ
獲れる とれる

ρήμα

  1. 01 πιάνομαι (για άγριο ζώο ή ψάρι), αιχμαλωτίζομαι
  2. 02 μπορώ να πιάσω, μπορώ να κερδίσω (τίτλο, βραβείο κ.λπ.)
獲得形質 かくとくけいしつ

ουσιαστικό

  1. 01 επίκτητο χαρακτηριστικό (σε αντίθεση με το κληρονομικό)
獲麟 かくりん

ουσιαστικό

  1. 01 το τέλος των πραγμάτων (χρησιμοποιείται κυρίως για τα τελευταία γραπτά κάποιου)
  2. 02 η τελευταία ώρα κάποιου (χρησιμοποιείται κυρίως για τον θάνατο του Κομφούκιου)
獲得代議員数 かくとくだいぎいんすう

ουσιαστικό

  1. 01 αριθμός κερδισμένων αντιπροσώπων
獲得免疫 かくとくめんえき

ουσιαστικό

  1. 01 επίκτητη ανοσία
  1. 01 καταλαμβάνω
  2. 02 παίρνω
  3. 03 βρίσκω
  4. 04 κερδίζω
  5. 05 αποκτώ
  6. 06 μπορώ
  7. 07 μπορώ
  8. 08 μπορώ