41 αποτελέσματα για «玄»
玄関 げんかん N5
ουσιαστικό
- 01 είσοδος, εξώπορτα, χώρος εισόδου, διάδρομος εισόδου, χωλ, προθάλαμος, βεράντα, φουαγιέ, χώρος για παπούτσια και εξωτερικά ρούχα
玄関先 げんかんさき
ουσιαστικό
- 01 είσοδος, εξώπορτα
玄関口 げんかんぐち
ουσιαστικό
- 01 κύρια είσοδος, εξώπορτα
- 02 πύλη (προς μια περιοχή κ.λπ.)
玄関ホール げんかんホール
ουσιαστικό
- 01 χωλ εισόδου, προθάλαμος
玄人 くろうと N1
ουσιαστικό
- 01 ειδικός, επαγγελματίας, δεξιοτέχνης, γνώστης, μάστορας
- 02 γυναίκα της νυχτερινής διασκέδασης, εταίρα, γκέισα, πόρνη
玄武 げんぶ
ουσιαστικό
- 01 γκενμπού (θεότητα που θεωρείται ότι κυβερνά τους βόρειους ουρανούς)
- 02 επτά οικήματα (κινεζικοί αστερισμοί) των βόρειων ουρανών
玄米 げんまい
ουσιαστικό
- 01 αναποφλοίωτο ρύζι, ακατέργαστο ρύζι, καστανό ρύζι
玄妙 げんみょう
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 δυσνόητος, απόκρυφος, μυστηριώδης
玄室 げんしつ
ουσιαστικό
- 01 νεκρικός θάλαμος
玄関番 げんかんばん
ουσιαστικό
- 01 θυρωρός, πορτιέρης
玄孫 げんそん
ουσιαστικό
- 01 δισέγγονο, απόγονος τέταρτης γενιάς
玄米茶 げんまいちゃ
ουσιαστικό
- 01 πράσινο τσάι με καβουρδισμένο καστανό ρύζι (γκενμαϊτσα)
玄冬 げんとう
ουσιαστικό
- 01 χειμώνας
玄武岩 げんぶがん
ουσιαστικό
- 01 βασάλτης, πέτρα
玄関払い げんかんばらい
ουσιαστικό
- 01 άρνηση υποδοχής επισκέπτη
玄鳥 げんちょう
ουσιαστικό
- 01 χελιδόνι
玄人はだし くろうとはだし
ουσιαστικό
- 01 ξεπερνώ τον επαγγελματία, κάνω έναν ειδικό να νιώθει άβολα για το επίπεδό του
玄猪 げんちょ
ουσιαστικό
- 01 ημέρα του αγριόχοιρου τον δέκατο μήνα
- 02 μότσι που καταναλώνεται την ημέρα του αγριόχοιρου (ειδικότερα κατά την ώρα του αγριόχοιρου)
玄米パン げんまいパン
ουσιαστικό
- 01 ψωμί στον ατμό παρασκευασμένο από αλεύρι αναποφλοίωτου ρυζιού
玄能 げんのう
ουσιαστικό
- 01 βαριοπούλα