13 αποτελέσματα για «由»

由来 ゆらい

ουσιαστικό, ρήμα, επίρρημα

  1. 01 προέλευση, πηγή, ιστορία, καταγωγή
  2. 02 αρχικά, εξαρχής, εκ φύσεως
よし

ουσιαστικό

  1. 01 αιτία, σημασία, λόγος
  2. 02 πληροφορία που έχει ακουστεί, λέγεται ότι, ακούω ότι
由緒 ゆいしょ

ουσιαστικό

  1. 01 ιστορία, καταγωγή, γενεαλογία
由々しい ゆゆしい

επίθετο

  1. 01 σοβαρός, κρίσιμος, ανησυχητικός
由緒正しい ゆいしょただしい

επίθετο

  1. 01 που έχει αρχαία και έντιμη καταγωγή, που έχει καλή γενεαλογία, ευγενικής καταγωγής
由縁 ゆえん

ουσιαστικό

  1. 01 γνωριμία, σχέση, συγγένεια, αιτία
由来書 ゆらいがき

ουσιαστικό

  1. 01 ιστορικό (κάποιου πράγματος), υπόμνημα
由々しき ゆゆしき

άλλο

  1. 01 σοβαρός, κρίσιμος, ανησυχητικός
由有る よしある

άλλο

  1. 01 ευγενής, υψηλής καταγωγής
由緒ある ゆいしょある

άλλο

  1. 01 ιστορικός, έγκριτος, με μακρά ιστορία
由なき よしなき

άλλο

  1. 01 άσκοπος, ανόητος, παράλογος
由ありげ よしありげ

επίθετο

  1. 01 έχει νόημα, υπονοητικός, που φαίνεται να έχει παρελθόν, που φαίνεται να έχει περίσταση που εξηγείται δύσκολα
  1. 01 γιατί
  2. 02 αιτία, λόγος