14 αποτελέσματα για «畏»
畏怖 いふ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 δέος, φόβος, τρόμος
畏まる かしこまる
ρήμα
- 01 υποτάσσομαι με σεβασμό, ταπεινώνομαι, κάθομαι ίσια (σε στάση προσοχής, ευλαβικά)
畏敬 いけい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ευλάβεια, δέος, σεβασμός
畏 かしこ
άλλο
- 01 με εκτίμηση, με σεβασμό
畏縮 いしゅく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 συρρίκνωση, υποχώρηση, δειλία, αποστροφή
畏友 いゆう
ουσιαστικό
- 01 εκτιμώμενος φίλος
畏服 いふく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 δέος
畏懼 いく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ευλάβεια, δέος, φόβος
畏まりました かしこまりました
άλλο
- 01 μάλιστα, βεβαίως, με μεγάλη μου χαρά, κατάλαβα
畏くも かしこくも
επίρρημα
- 01 με χάρη, ευγενικά
畏怖嫌厭 いふけんえん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αισθήματα δέους και αποστροφής
畏まった かしこまった
άλλο
- 01 επίσημος, τυπικός (στυλ ομιλίας, γραφής κ.λπ.), ταπεινός, σεβαστικός
畏敬の念 いけいのねん
άλλο, ουσιαστικό
- 01 συναισθήματα δέους και ευλάβειας, αισθήματα σεβασμού
畏
- 01 φόβος
- 02 μεγαλοπρεπής
- 03 με χάρη
- 04 φοβάμαι