11 αποτελέσματα για «畝»
畝る うねる
ρήμα
- 01 ελίσσομαι, φιδιάζω (για δρόμο, ποτάμι, κ.λπ.)
- 02 κυματίζω, φουσκώνω, αναδεύομαι
畝 うね
ουσιαστικό
- 01 αυλάκι, σειρά ανασηκωμένου χώματος κατά τη φύτευση καλλιεργειών
- 02 ράβδωση (σε ύφασμα, βουνά, θάλασσα), ανάγλυφη γραμμή (π.χ. σε κοτλέ ύφασμα)
畝 せ
ουσιαστικό
- 01 σε (ιαπωνική μονάδα μέτρησης εμβαδού ίση με 30 τσούμπο, περίπου 99,174 τ.μ.)
畝 ほ
ουσιαστικό
- 01 μου (κινεζική μονάδα μέτρησης επιφάνειας γης, παλαιότερα περίπου 600 τ.μ., σήμερα περίπου 667 τ.μ.)
畝織り うねおり
ουσιαστικό
- 01 υφαντό με ραβδώσεις, ύφασμα με ανάγλυφες γραμμές, ριγωτό ύφασμα, κοτλέ, ρεπ
畝間 うねま
ουσιαστικό
- 01 αυλάκι, χώρος με αετωτή στέγη
畝溝 うねみぞ
ουσιαστικό
- 01 αυλάκια ανάμεσα σε αναχώματα καλλιέργειας
畝立て うねたて
ουσιαστικό
- 01 κατασκευή αναχωμάτων σε ορυζώνα
畝り うねり
ουσιαστικό
- 01 κυματισμός, ελιγμός, μαιανδρισμός
- 02 φούσκωμα (κυμάτων), θαλάσσιος κυματισμός, ανατάραξη, κύμα, μεγάλο κύμα
畝須 うねす
ουσιαστικό
- 01 ραγωτό κρέας φάλαινας που χρησιμοποιείται για την παρασκευή μπέικον φάλαινας
畝
- 01 αυλάκι
- 02 τριάντα τσούμπο
- 03 ράχη
- 04 πλευρό