24 αποτελέσματα για «疲»

疲れる つかれる N5

ρήμα

  1. 01 κουράζομαι, εξαντλούμαι
  2. 02 φθείρομαι, παλιώνω, καταπονούμαι (για αντικείμενο)
  3. 03 πεινάω, λιμοκτονώ
疲れ つかれ N3

ουσιαστικό

  1. 01 κούραση, κόπωση
疲労 ひろう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κούραση, κόπωση, εξάντληση
  2. 02 κόπωση (υλικού, μετάλλου κ.λπ.)
疲弊 ひへい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξάντληση, κόπωση
  2. 02 εξαθλίωση, (οικονομική) εξάντληση, καταστροφή
疲れ果てる つかれはてる

ρήμα

  1. 01 εξαντλούμαι, κουράζομαι υπερβολικά
疲労感 ひろうかん

ουσιαστικό

  1. 01 αίσθημα κόπωσης, αίσθημα εξάντλησης, αίσθημα κούρασης, κοπωσητικότητα
疲れきる つかれきる

ρήμα

  1. 01 εξαντλούμαι, καταβάλλομαι, εξουθενώνομαι
疲労困憊 ひろうこんぱい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πλήρης εξάντληση
疲労回復 ひろうかいふく

ουσιαστικό

  1. 01 ανάρρωση από την κόπωση
疲れ果て つかれはて

άλλο

  1. 01 εξαντλημένος, καταπονημένος
疲れやすい つかれやすい

επίθετο

  1. 01 επιρρεπής στην κόπωση, κουράζεται εύκολα
疲らす つからす

ρήμα

  1. 01 κουράζω, εξαντλώ
疲れ目 つかれめ

ουσιαστικό

  1. 01 κοπιωπία, οφθαλμική κόπωση
疲れ づかれ

ουσιαστικό

  1. 01 κόπωση (από), κούραση, εξάντληση
疲労骨折 ひろうこっせつ

ουσιαστικό

  1. 01 κατάγματα κόπωσης
疲憊 ひはい

ουσιαστικό

  1. 01 εξάντληση
疲れた つかれた

άλλο

  1. 01 κουρασμένος (σε αντίθεση με τον νυσταγμένο)
疲らかす つからかす

ρήμα

  1. 01 κουράζω, εξαντλώ
疲れを取る つかれをとる

άλλο, ρήμα

  1. 01 ξεκουράζομαι, ανακουφίζομαι από την κόπωση (π.χ. αναπαυόμενος)
疲れマラ つかれまら

ουσιαστικό

  1. 01 στύση που προκαλείται από εξάντληση