4 αποτελέσματα για «痕»

痕跡 こんせき

ουσιαστικό

  1. 01 ίχνος, απομεινάρι, σημάδι, ένδειξη, απόδειξη, στοιχείο
痕 こん

επίθημα

  1. 01 ουλή (π.χ. από εγχείρηση, ένεση), ίχνος, σημάδι (π.χ. ίχνη φρεναρίσματος)
痕跡器官 こんせききかん

ουσιαστικό

  1. 01 υποτυπώδες όργανο
痕
  1. 01 σημάδι
  2. 02 αποτύπωμα ποδιού