6 αποτελέσματα για «痰»
痰 たん
ουσιαστικό
- 01 φλέγμα, πτύελο
痰壺 たんつぼ
ουσιαστικό
- 01 πτυελοδοχείο
痰唾 たんつば
ουσιαστικό
- 01 πτύελο, φλέγμα
痰切豆 たんきりまめ
ουσιαστικό
- 01 Rhynchosia volubilis (είδος φασολιάς)
痰を切る たんをきる
άλλο, ρήμα
- 01 απομακρύνω τα φλέματα από τον λαιμό, καθαρίζω τον λαιμό μου
- 02 μιλάω απότομα (π.χ. κατά τη διάρκεια μιας έντονης συζήτησης ή διαφωνίας), μιλάω με στόμφο
痰
- 01 πτύελο
- 02 φλέγμα