10 αποτελέσματα για «痺»

痺れる しびれる

ρήμα

  1. 01 μουδιάζω (π.χ. ένα άκρο)
  2. 02 παθαίνω ηλεκτροπληξία, νιώθω ένα τίναγμα από ρεύμα
  3. 03 ενθουσιάζομαι, συγκινούμαι, μαγεύομαι, γοητεύομαι, συναρπάζομαι
痺れ しびれ

ουσιαστικό

  1. 01 μούδιασμα, το κοιμισμένο μέλος (ενός άκρου), το μυρμήγκιασμα
痺れを切らす しびれをきらす

άλλο, ρήμα

  1. 01 κουράζομαι να περιμένω, χάνω την υπομονή μου
痺れが切れる しびれがきれる

άλλο, ρήμα

  1. 01 μουδιάζω, έχω μυρμήγκιασμα
痺鯰 しびれなまず

ουσιαστικό

  1. 01 σιμπιρέ ναμάζου (είδος ηλεκτροφόρου γατόψαρου, ειδικότερα το είδος Malapterurus electricus της οικογένειας Malapteruridae)
痺れ感 しびれかん

ουσιαστικό

  1. 01 μούδιασμα
痺れエイ しびれエイ

ουσιαστικό

  1. 01 μουδιάστρα (οποιοδήποτε σελάχι της τάξης των Τορπιδόμορφων)
痺鰻 しびれうなぎ

ουσιαστικό

  1. 01 ηλεκτροφόρο χέλι (Electrophorus electricus)
痺れ茸 しびれたけ

ουσιαστικό

  1. 01 σιμπιρετάκε (είδος ψυχοδραστικού μύκητα)
  1. 01 πάρεση
  2. 02 μουδιάζω
  3. 03 παραλυμένος