9 αποτελέσματα για «癖»
癖 くせ N3
ουσιαστικό
- 01 κακή συνήθεια, τάση
- 02 ιδιορρυθμία, ιδιοσυγκρασία, ιδιοτροπία, ιδιαιτερότητα
- 03 τσάκιση, ρυτίδα, μπούκλα, κόμπος
癖になる くせになる
άλλο, ρήμα
- 01 γίνομαι συνήθεια, εθίζομαι, προκαλώ επιθυμία για περισσότερο
癖のある くせのある
άλλο
- 01 ιδιόρρυθμος, εκκεντρικός
癖毛 くせげ
ουσιαστικό
- 01 κατσαρά μαλλιά, σγουρά μαλλιά, ατίθασα μαλλιά, σγουρά μαλλιά
癖っ毛 くせっけ
ουσιαστικό
- 01 σγουρά μαλλιά, ατίθασα μαλλιά, σπαστά μαλλιά
癖球 くせだま
ουσιαστικό
- 01 ασυνήθιστη βολή (στο μπέιζμπολ), βολή με ασυνήθιστη τροχιά
- 02 απρόσμενη κίνηση, ανορθόδοξο μέτρο
- 03 δήλωση, αίτημα κ.λπ. με απώτερο κίνητρο
癖に くせに
σύνδεσμος, μόριο
- 01 κι όμως, ενώ, παρόλο που
癖して くせして
σύνδεσμος, μόριο
- 01 κι όμως, παρόλο που, αν και, παρά το γεγονός ότι
癖
- 01 ιδιορρυθμία
- 02 συνήθεια
- 03 κακή συνήθεια, ελάττωμα
- 04 χαρακτηριστικό
- 05 ελάττωμα
- 06 ιδιοτροπία