83 αποτελέσματα για «登»

登場 とうじょう N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 είσοδος (στη σκηνή), εμφάνιση (σε βιβλίο, ταινία κ.λπ.)
  2. 02 εμφάνιση (στο προσκήνιο), άφιξη (στην αγορά), ανάδυση, εισαγωγή, έλευση
登録 とうろく N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εγγραφή, καταχώριση, μητρώο, αρχείο, συνδρομή
登校 とうこう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσέλευση στο σχολείο, μετάβαση στο σχολείο
登場人物 とうじょうじんぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 χαρακτήρας, πρόσωπο (σε θεατρικό έργο, μυθιστόρημα, ταινία κ.λπ.), δραματικά πρόσωπα
登山 とざん N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ορειβασία, ανάβαση σε βουνό
登城 とじょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παρουσία σε κάστρο
登下校 とうげこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μετάβαση και επιστροφή από το σχολείο, σχολική διαδρομή
登用 とうよう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διορισμός, τοποθέτηση, προαγωγή
登校日 とうこうび

ουσιαστικό

  1. 01 ημέρα προσέλευσης στο σχολείο
登りきる のぼりきる

ρήμα

  1. 01 ανεβαίνω μέχρι το τέρμα (βουνό, σκάλα, κ.λπ.)
登壇 とうだん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανέβασμα στο βήμα, ανάβαση στο αναλόγιο, ανέβασμα στη σκηνή για την εκφώνηση λόγου ή άλλης δραστηριότητας
登録者 とうろくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 εγγεγραμμένος, συνδρομητής, εγγραφόμενος
登校拒否 とうこうきょひ

ουσιαστικό

  1. 01 σχολική άρνηση
登山道 とざんどう

ουσιαστικό

  1. 01 ορειβατικό μονοπάτι, διαδρομή ανάβασης σε βουνό
登頂 とうちょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναρρίχηση στην κορυφή, κατάκτηση κορυφής
登板 とうばん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανάληψη θέσης ρίπτη, συμμετοχή ως ρίπτης σε αγώνα
登攀 とうはん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανάβαση, αναρρίχηση
登山者 とざんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ορειβάτης
登記 とうき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μητρώο, καταχώριση
登山家 とざんか

ουσιαστικό

  1. 01 ορειβάτης