53 αποτελέσματα για «盗»

盗む ぬすむ N4

ρήμα

  1. 01 κλέβω
  2. 02 λογοκλέπτω, κλέβω (μια τεχνική, ιδέα κ.λπ.), μαθαίνω παρατηρώντας
  3. 03 κάνω κρυφά
  4. 04 κάνω στον ελάχιστο χρόνο
  5. 05 κλέβω βάση
盗賊 とうぞく

ουσιαστικό

  1. 01 κλέφτης, ληστής, διαρρήκτης, παρανόμος
盗み聞き ぬすみぎき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κρυφακούσματα, υποκλοπή
盗る とる

ρήμα

  1. 01 κλέβω, ληστεύω, αφαιρώ
盗み見る ぬすみみる

ρήμα

  1. 01 κλέβω μια ματιά, ρίχνω κλεφτή ματιά, παραμονεύω με το βλέμμα
盗み ぬすみ

ουσιαστικό

  1. 01 κλοπή, ληστεία
盗聴 とうちょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υποκλοπή (ηλεκτρονικής αλληλογραφίας), τηλεφωνική υποκλοπή, κοριός
盗み出す ぬすみだす

ρήμα

  1. 01 κλέβω (από κάποιον)
盗撮 とうさつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κρυφή φωτογράφιση, φωτογράφιση χωρίς συναίνεση, ηδονοβλεπτική φωτογράφιση, λαθραία βιντεοσκόπηση
盗難 とうなん N2

ουσιαστικό

  1. 01 κλοπή, ληστεία
盗人 ぬすびと

ουσιαστικό

  1. 01 κλέφτης, ληστής
盗人 ぬすっと

ουσιαστικό

  1. 01 κλέφτης, ληστής
盗聴器 とうちょうき

ουσιαστικό

  1. 01 συσκευή υποκλοπής, κοριός, καλωδιακή υποκλοπή
盗品 とうひん

ουσιαστικό

  1. 01 κλοπιμαία, λάφυρα, λεία
盗み見 ぬすみみ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κρυφή ματιά, κλεφτή ματιά
盗み取る ぬすみとる

ρήμα

  1. 01 κλέβω
盗み食い ぬすみぐい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κρυφή δοκιμή φαγητού
  2. 02 κλοπή φαγητού
盗作 とうさく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 λογοκλοπή, προϊόν λογοκλοπής
盗掘 とうくつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παράνομη ανασκαφή, παράνομη εξόρυξη, τυμβωρυχία, σύληση τάφου
盗塁 とうるい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κλοπή βάσης, κλέβω βάση, κλεμμένη βάση