10 αποτελέσματα για «督»
督促 とくそく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 παρότρυνση, απαίτηση, επίμονη όχληση
督戦 とくせん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ενθάρρυνση στρατιωτών να πολεμήσουν πιο σθεναρά
督励 とくれい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ενθάρρυνση, προτροπή
督促状 とくそくじょう
ουσιαστικό
- 01 έγγραφο όχλησης, επιστολή υπενθύμισης οφειλής
督戦隊 とくせんたい
ουσιαστικό
- 01 μονάδα εξαναγκασμού (στρατιωτικό σώμα που εμποδίζει την υποχώρηση των δικών του στρατιωτών)
督する とくする
ρήμα
- 01 ηγούμαι, διοικώ
- 02 επιβλέπω, επιτηρώ
- 03 πιέζω, απαιτώ, προτρέπω
督脈 とくみゃく
ουσιαστικό
- 01 κυβερνήτης μεσημβρινός (παραδοσιακή κινεζική ιατρική), μεσημβρινός του Ντου, ντουμαϊσούε
督学官 とくがくかん
ουσιαστικό
- 01 σχολικός επιθεωρητής
督責 とくせき
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 απαιτητικός, πιεστικός
督
- 01 προπονώ
- 02 διατάζω
- 03 παροτρύνω
- 04 οδηγώ
- 05 εποπτεύω