17 αποτελέσματα για «睨»
睨む にらむ N2
ρήμα
- 01 κοιτάζω άγρια, κακοβλέπω, ρίχνω άγριο βλέμμα
- 02 κοιτάζω επίμονα, εξετάζω προσεκτικά
- 03 εκτιμώ, υποθέτω, υποψιάζομαι, κρίνω
- 04 παρακολουθώ κάποιον (π.χ. έναν ύποπτο ή αναξιόπιστο άνθρωπο), τον επιτηρώ
- 05 λαμβάνω υπόψη, υπολογίζω
睨みつける にらみつける
ρήμα
- 01 αγριοκοιτάζω, συνοφρυώνομαι
睨み合う にらみあう
ρήμα
- 01 αλληλοκοιτάζομαι με αγριότητα, αλληλοαντιμετωπίζομαι με βλέμμα έντασης
- 02 βρίσκομαι σε αντιπαράθεση, αντιμετωπίζω ο ένας τον άλλον
睨み にらみ
ουσιαστικό
- 01 έντονο βλέμμα, διαπεραστικό κοίταγμα
睨み返す にらみかえす
ρήμα
- 01 ανταποδίδω το βλέμμα, ανταποδίδω το άγριο βλέμμα
睨み据える にらみすえる
ρήμα
- 01 καρφώνω με το βλέμμα, αγριοκοιτάζω
睨めっこ にらめっこ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 παιχνίδι με βλέμματα, παιχνίδι κατά το οποίο δύο παιδιά που κοιτάζονται προσπαθούν να κάνουν τον αντίπαλο να γελάσει πρώτος
- 02 συνεχής παρατήρηση κάποιου πράγματος (π.χ. της οθόνης του υπολογιστή, του ρολογιού)
睨め付ける ねめつける
ρήμα
- 01 καρφώνω με το βλέμμα, αγριοκοιτάζω
睨める ねめる
ρήμα
- 01 αγριεύω, κοιτάζω με οργή, βλοσυρό βλέμμα
- 02 καρφώνω με το βλέμμα, εξετάζω προσεκτικά
睨みが利く にらみがきく
άλλο, ρήμα
- 01 ασκώ εξουσία, διαθέτω μεγάλη επιρροή
睨みをきかせる にらみをきかせる
άλλο, ρήμα
- 01 ασκώ εξουσία, επιβάλλω την παρουσία μου
- 02 αγριοκοιτάζω, ρίχνω βλοσυρό βλέμμα
睨み倒す にらみたおす
ρήμα
- 01 καθηλώνω κάποιον με το βλέμμα, κερδίζω κάποιον σε διαγωνισμό επίμονου βλέμματος
睨まれる にらまれる
ρήμα
- 01 τελώ υπό παρακολούθηση, βρίσκομαι υπό επιτήρηση
睨め競 にらめくら
ουσιαστικό
- 01 παιχνίδι κοιτάγματος στα μάτια
睨みをきかす にらみをきかす
άλλο, ρήμα
- 01 ασκώ εξουσία (πάνω σε κάποιον), επηρεάζω
- 02 αγριοκοιτάζω, συνοφρυώνομαι, κοιτάζω με εχθρικό βλέμμα
睨め回す ねめまわす
ρήμα
- 01 κοιτάζω άγρια γύρω μου
睨
- 01 κοιτάζω άγρια
- 02 εξουσία
- 03 δύναμη
- 04 συνοφρυώνομαι σε