13 αποτελέσματα για «瞑»
瞑想 めいそう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 διαλογισμός, περισυλλογή
瞑る つぶる
ρήμα
- 01 κλείνω (τα μάτια μου)
瞑目 めいもく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κλείσιμο των οφθαλμών
- 02 αποβίωση, ειρηνικός θάνατος
瞑想法 めいそうほう
ουσιαστικό
- 01 μέθοδος διαλογισμού, τεχνική ενατένισης
瞑眩 めいけん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ζάλη, ίλιγγος
- 02 προσωρινές παρενέργειες κατά τη λήψη κινεζικών βοτάνων
瞑目合掌 めいもくがっしょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κλείνω τα μάτια και ενώνω τα χέρια σε στάση προσευχής
瞑想家 めいそうか
ουσιαστικό
- 01 διαλογιζόμενος, ασκούμενος στον διαλογισμό
瞑する めいする
ρήμα
- 01 κλείνω τα μάτια, κοιμάμαι
- 02 αναπαύομαι εν ειρήνη
瞑す めいす
ρήμα
- 01 κλείνω τα μάτια μου, κοιμάμαι
- 02 αναπαύομαι εν ειρήνη
瞑氛 めいふん
ουσιαστικό
- 01 ζοφερό συναίσθημα, σκοτεινό οιωνό
瞑想生活 めいそうせいかつ
ουσιαστικό
- 01 ζωή διαλογισμού, στοχαστικός βίος
瞑色 めいしょく
ουσιαστικό
- 01 εσπερινό λυκόφως
瞑
- 01 ύπνος
- 02 σκοτάδι, σκοτεινός
- 03 κλείνω τα μάτια