3 αποτελέσματα για «瞞»

瞞着 まんちゃく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απάτη, εξαπάτηση, πλεκτάνη, δόλος
瞞着手段 まんちゃくしゅだん

ουσιαστικό

  1. 01 τέχνασμα, κόλπο, τακτικές εξαπάτησης
  1. 01 απάτη