15 αποτελέσματα για «矛»

矛盾 むじゅん N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αντίφαση, ασυνέπεια
矛先 ほこさき

ουσιαστικό

  1. 01 αιχμή δόρατος
  2. 02 στόχος επίθεσης ή κριτικής, επίκεντρο, στόχευση
  3. 03 δύναμη επιχειρήματος, αιχμή
ほこ

ουσιαστικό

  1. 01 κινεζικό δόρυ με μακριά λαβή, λόγχη, κοντάρι
  2. 02 όπλο, οπλισμός
  3. 03 λαβή τόξου
  4. 04 παρελαύνον άρμα διακοσμημένο με κινεζικά δόρυ με μακριά λαβή
矛を収める ほこをおさめる

άλλο, ρήμα

  1. 01 βάζω το σπαθί στο θηκάρι, καταθέτω τα όπλα, θάβω το τσεκούρι του πολέμου
矛盾律 むじゅんりつ

ουσιαστικό

  1. 01 αρχή της μη αντίφασης
矛盾撞着 むじゅんどうちゃく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αυτοαντίφαση
矛盾性 むじゅんせい

ουσιαστικό

  1. 01 αντίφαση, ασυνέπεια
矛杉 ほこすぎ

ουσιαστικό

  1. 01 ιαπωνικό κέδρο με σχήμα λόγχης
矛山車 ほこだし

ουσιαστικό

  1. 01 παρελαύνον άρμα διακοσμημένο με μακρύστερα κινεζικά δόρατα
矛盾語法 むじゅんごほう

ουσιαστικό

  1. 01 οξύμωρο σχήμα
矛偏 ほこへん

ουσιαστικό

  1. 01 το ριζικό χόκο-χεν (που σημαίνει λόγχη) στα αριστερά ενός καντζί
矛盾データ むじゅんデータ

ουσιαστικό

  1. 01 αντιφατικά δεδομένα
矛盾原理 むじゅんげんり

ουσιαστικό

  1. 01 αρχή της αντίφασης, νόμος της αντίφασης
矛を交える ほこをまじえる

άλλο, ρήμα

  1. 01 πολεμώ, διασταυρώνω τα ξίφη μου, εμπλέκομαι σε μάχη, διασταυρώνω τα δόρατα
  1. 01 αλεβάρδα (είδος όπλου)
  2. 02 όπλα
  3. 03 άρμα παρέλασης