2 αποτελέσματα για «碰»

ポン

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σχηματίζω πον (pung) συλλέγοντας ένα πλακίδιο που έχει απορρίψει άλλος παίκτης
  1. 01 συγκρούομαι
  2. 02 πέφτω πάνω σε