19 αποτελέσματα για «禿»

禿げる はげる

ρήμα

  1. 01 χάνω τα μαλλιά μου, καραφλιάζω
  2. 02 απογυμνώνομαι (π.χ. ένα βουνό απογυμνώνεται από δέντρα)
禿 かぶろ

ουσιαστικό

  1. 01 παιδικό χτένισμα με κοντά λυτά μαλλιά, παιδί με κοντά λυτά μαλλιά
  2. 02 νεαρό κορίτσι που εργάζεται ως υπηρέτρια για υψηλόβαθμη ιερόδουλη (περίοδος Έντο)
  3. 03 φαλάκρα, καραφλό κεφάλι
禿 はげ

ουσιαστικό

  1. 01 φαλάκρα, φαλακρό κεφάλι
  2. 02 φαλακρός άνθρωπος, καραφλός
  3. 03 ηλίθιος, ανόητος
禿げ頭 はげあたま

ουσιαστικό

  1. 01 φαλακρό κεφάλι
  2. 02 φαλάκρα
禿鷹 はげたか

ουσιαστικό

  1. 01 γύπας, κόνδορας
禿鷲 はげわし

ουσιαστικό

  1. 01 γύπας του Παλαιού Κόσμου
禿頭病 とくとうびょう

ουσιαστικό

  1. 01 αλωπεκία, τριχόπτωση
禿同 はげどう

επιφώνημα

  1. 01 συμφωνώ απόλυτα
禿髪 とくはつ

ουσιαστικό

  1. 01 φαλάκρα, τριχόπτωση, καραφλή κεφαλή
禿びる ちびる

ρήμα

  1. 01 στομώνω, φθείρομαι, εξασθενώ
禿び ちび

ουσιαστικό, πρόθημα

  1. 01 μικρό παιδί, μικροσκοπικό άτομο, μικρές και χαριτωμένες εκδοχές χαρακτήρων από manga ή anime, που συνήθως έχουν δυσανάλογα μεγάλο κεφάλι
  2. 02 κοντός άνθρωπος, νάνος
  3. 03 μικρό ζώο, το μικρότερο ή πιο αδύναμο της γέννας
  4. 04 φαγωμένος (μολύβι, κ.λπ.)
禿げ茶瓶 はげちゃびん

ουσιαστικό

  1. 01 φαλακρό κεφάλι, καραφλό κεφάλι
禿袋鼯鼠 ちびふくろももんが

ουσιαστικό

  1. 01 τσιμπιφουκουρομομόνγκα (είδος μικρού μαρσιποφόρου με ουρά σαν φτερό, Acrobates pygmaeus), φτερωτοουρός γλάιντερ, ιπτάμενο ποντίκι, πυγμαίος γλιστρών πόσουμ
禿尖鼠 ちびとがりねずみ

ουσιαστικό

  1. 01 μικρότερη μυγαλί (Sorex minutissimus), νάνα μυγαλί
禿尾土竜 ちびおもぐら

ουσιαστικό

  1. 01 τσιμπίο μογκούρα (ασπαλάξ του Ιμαλαΐων, Euroscaptor micrura)
禿瘡 とくそう

ουσιαστικό

  1. 01 γυροειδής αλωπεκία
禿鷹ファンド はげたかファンド

ουσιαστικό

  1. 01 κερδοσκοπικό επενδυτικό κεφάλαιο, επενδυτικό σχήμα που αγοράζει υποτιμημένες μετοχές σε χαμηλές τιμές και τις πουλάει αποκομίζοντας κέρδος
禿筆 とくひつ

ουσιαστικό

  1. 01 φθαρμένο πινέλο
  2. 02 η φτωχή γραφή μου
禿
  1. 01 γίνομαι φαλακρός
  2. 02 γυμνός
  3. 03 φθείρομαι
  4. 04 μαραίνομαι
  5. 05 μικρή υπάλληλος σε πορνείο