15 αποτελέσματα για «秀»

秀でる ひいでる

ρήμα

  1. 01 υπερέχω, ξεπερνώ, είμαι ανώτερος (από άλλους σε κάτι)
  2. 02 προεξέχω (ειδικά για το μέτωπο και τα φρύδια), είμαι εμφανής, ξεχωρίζω
しゅう

ουσιαστικό

  1. 01 υπεροχή, κυριαρχία, διάκριση, αριστεία
秀才 しゅうさい

ουσιαστικό

  1. 01 ευφυής άνθρωπος, ταλαντούχος μαθητής, παιδί-θαύμα
秀麗 しゅうれい

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 κομψός, όμορφος
秀逸 しゅういつ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 εξαιρετικός, υπέροχος, πρώτης τάξεως
秀抜 しゅうばつ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 εξαιρετικός, υπεροχος
秀歌 しゅうか

ουσιαστικό

  1. 01 εξαιρετικό τάνκα, εξαιρετικό ουάκα
秀作 しゅうさく

ουσιαστικό

  1. 01 εξαιρετικό έργο
秀真 ほつま

ουσιαστικό

  1. 01 Χότσουμα (σύστημα γραφής)
秀峰 しゅうほう

ουσιαστικό

  1. 01 ωραίο βουνό, μεγαλοπρεπές βουνό
秀句 しゅうく

ουσιαστικό

  1. 01 εξαιρετικό χαϊκού, εύστοχη φράση
秀吟 しゅうぎん

ουσιαστικό

  1. 01 έξοχο ποίημα
秀和 しゅうわ

ουσιαστικό

  1. 01 εταιρεία Σούουα
  2. 02 Σούουα
秀明大学 しゅうめいだいがく

ουσιαστικό

  1. 01 Πανεπιστήμιο Σουμέι
  1. 01 υπερέχω
  2. 02 αριστεία, εξοχότητα
  3. 03 ομορφιά, κάλλος
  4. 04 υπερβαίνω, ξεπερνώ