15 αποτελέσματα για «秩»

秩序 ちつじょ N1

ουσιαστικό

  1. 01 τάξη, πειθαρχία, κανονικότητα, σύστημα, μέθοδος
秩序立つ ちつじょだつ

ρήμα

  1. 01 είμαι σε τάξη, οργανώνομαι, συστηματοποιούμαι
秩序維持 ちつじょいじ

ουσιαστικό

  1. 01 διατήρηση της τάξης (για παράδειγμα σε δικαστική αίθουσα)
秩序正しい ちつじょただしい

επίθετο

  1. 01 τακτικός, οργανωμένος
秩序立てる ちつじょだてる

ρήμα

  1. 01 τακτοποιώ, οργανώνω, συστηματοποιώ
秩序整然 ちつじょせいぜん

άλλο, επίρρημα

  1. 01 εύτακτος, σε άψογη τάξη, οργανωμένος, καλά οργανωμένος
秩禄 ちつろく

ουσιαστικό

  1. 01 επίσημος μισθός
秩父夜祭 ちちぶよまつり

ουσιαστικό

  1. 01 φεστιβάλ Τσιτσιμπού
秩父三十四所 ちちぶさんじゅうよんしょ

ουσιαστικό

  1. 01 τριάντα τέσσερις (αρχικά τριάντα τρεις) ιεροί τόποι εντός και γύρω από το Τσιτσίμπου, στον νομό Σαϊτάμα
秩序度 ちつじょど

ουσιαστικό

  1. 01 βαθμός τάξης
  2. 02 παράμετρος τάξης
秩父蝙蝠 ちちぶこうもり

ουσιαστικό

  1. 01 τσιτσίμπου-κόουμορι (Barbastella leucomelas), ανατολική βαρμπαστέλλα
秩序保持 ちつじょほじ

ουσιαστικό

  1. 01 διατήρηση της δημόσιας τάξης
秩序自由主義 ちつじょじゆうしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 ορντοφιλελευθερισμός
秩父小野田 ちちぶおのだ

ουσιαστικό

  1. 01 Τσιτσίμπου Ονοντά Σιμέντ Κορπορέισον
  1. 01 κανονικότητα
  2. 02 μισθός
  3. 03 τάξη