11 αποτελέσματα για «称»
称する しょうする N1
ρήμα
- 01 καλώ, ονομάζω
- 02 αυτοαποκαλούμαι, αποκαλούμαι, φέρω το όνομα
- 03 ισχυρίζομαι, διακηρύσσω, δηλώνω, διεκδικώ, προσποιούμαι
- 04 επαινώ, χειροκροτώ, επευφημώ
称号 しょうごう
ουσιαστικό
- 01 τίτλος, όνομα, βαθμός
称える たたえる
ρήμα
- 01 επαινώ, εγκωμιάζω, υμνώ, δοξάζω, γιορτάζω
称える となえる
ρήμα
- 01 ονομάζω, αποκαλώ
称 しょう
ουσιαστικό
- 01 όνομα, τίτλος, προσδιορισμός
- 02 φήμη, υπόληψη
称す しょうす
ρήμα
- 01 ονομάζω, αποκαλώ
- 02 αυτοαποκαλούμαι, παρουσιάζομαι με το όνομα...
- 03 ισχυρίζομαι, δηλώνω, προσποιούμαι, παριστάνω
- 04 επαινώ, εγκωμιάζω, χειροκροτώ
称揚 しょうよう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 έπαινος, θαυμασμός, εξύμνηση, εγκώμιο
称名 しょうみょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 επίκληση του ονόματος του Βούδα, ψαλμωδία του ονόματος του Βούδα
称呼 しょうこ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 προσφώνηση, χαρακτηρισμός, προσωνύμιο, τίτλος, όνομα
- 02 φωνή (κάποιου), κάλεσμα
称え となえ
ουσιαστικό
- 01 μικρό όνομα, τίτλος, προσωνυμία
称
- 01 ονομασία, επωνυμία
- 02 επαινώ
- 03 θαυμάζω
- 04 όνομα
- 05 τίτλος
- 06 φήμη, δόξα