86 αποτελέσματα για «種»

種類 しゅるい N3

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 ποικιλία, είδος, τύπος, κατηγορία
  2. 02 μετρητική λέξη για είδη, γένη κ.λπ.
くさ

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 αιτία, σπόρος, προέλευση
  2. 02 ποικιλία, είδος
  3. 03 επιμετρητής για ποικιλίες
たね N3

ουσιαστικό

  1. 01 σπόρος (π.χ. φυτού), πυρήνας, κουκούτσι (π.χ. ροδάκινου)
  2. 02 απόγονος, τέκνο, γόνος, ράτσα
  3. 03 πατρικό αίμα, καταγωγή
  4. 04 σπέρμα
  5. 05 αιτία, πηγή, αφετηρία
  6. 06 υλικό (π.χ. για άρθρο), θέμα (π.χ. ιστορίας), αντικείμενο (συζήτησης), θεματολογία, πηγή (ειδήσεων)
  7. 07 συστατικό, κύριο υλικό (π.χ. σε σούσι), προζύμι
  8. 08 μηχανισμός (π.χ. ταχυδακτυλουργικού κόλπου), μυστικό, τεχνοτροπία
  9. 09 κάρτα 10 πόντων, τάνε, κάρτα ζώου
種族 しゅぞく

ουσιαστικό

  1. 01 φυλή, φύλο, εθνοτική ομάδα
  2. 02 είδος, γένος, οικογένεια
  3. 03 αστρικός πληθυσμός (δηλαδή πληθυσμός Ι, ΙΙ και ΙΙΙ)
種々 しゅじゅ N1

ουσιαστικό, επίθετο, επίρρημα

  1. 01 διάφορος, ποικίλος, λογής-λογής, πολλοί
種々 くさぐさ

ουσιαστικό

  1. 01 διάφορος, ποικίλος, κάθε είδους, πολυάριθμος, παντοειδής
種目 しゅもく

ουσιαστικό

  1. 01 αντικείμενο, αγώνισμα
種子 しゅし

ουσιαστικό

  1. 01 σπόρος, πυρήνας
種子 しゅうじ

ουσιαστικό

  1. 01 σπόρος, βίτζα
  2. 02 σπόρος-συλλαβή (σανσκριτικός χαρακτήρας που αντιπροσωπεύει έναν Βούδα ή Μποντισάτβα)
しゅ N1

ουσιαστικό

  1. 01 είδος, τύπος, κατηγορία
  2. 02 είδος (βιολογικό)
  3. 03 είδος (βιολογικό)
種明かし たねあかし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποκάλυψη του τρόπου με τον οποίο γίνεται ένα μαγικό κόλπο
  2. 02 αποκάλυψη ενός μυστικού (αιτίας, πηγής, κ.λπ.), ξεσκέπασμα, εξήγηση
種をまく たねをまく

άλλο, ρήμα

  1. 01 σπέρνω σπόρους
  2. 02 σπέρνω τον σπόρο ... (π.χ. σύγκρουσης)
種火 たねび

ουσιαστικό

  1. 01 φλόγα έναυσης, σπινθήρας
  2. 02 αναμμένα κάρβουνα (για το άναμμα της φωτιάς)
種付け たねつけ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ζευγάρωμα
種別 しゅべつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ταξινόμηση, κατηγοριοποίηση
種まき たねまき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σπορά, φύτευμα σπόρων, διασπορά σπόρων
種馬 たねうま

ουσιαστικό

  1. 01 επιβήτορας, επιβήτορας ίππος
種々雑多 しゅじゅざった

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 λογής-λογής, ποικίλος, διάφορος, ετερόκλητος
種々様々 しゅじゅさまざま

ουσιαστικό

  1. 01 ποικιλόμορφος, κάθε είδους, πολυποίκιλος
種痘 しゅとう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εμβολιασμός κατά της ευλογιάς, δαμαλισμός