93 αποτελέσματα για «積»

積もり つもり

ουσιαστικό

  1. 01 πρόθεση, σχέδιο, σκοπός, προσδοκία
  2. 02 πεποίθηση, παραδοχή, σκέψη, πεποίθηση
  3. 03 εκτίμηση, υπολογισμός
積む つむ N3

ρήμα

  1. 01 στοιβάζω, συσσωρεύω
  2. 02 φορτώνω (αυτοκίνητο, πλοίο κ.λπ.), συσκευάζω
  3. 03 αποκτώ, συσσωρεύω
積極的 せっきょくてき N3

επίθετο

  1. 01 θετικός, δραστήριος, ενεργός, αποφασιστικός, πρωτοβουλιακός, επιθετικός
積み上げる つみあげる

ρήμα

  1. 01 συσσωρεύω, στοιβάζω, κάνω σωρό, χτίζω (π.χ. τούβλα)
  2. 02 αποκτώ (π.χ. εμπειρία), συσσωρεύω (π.χ. εμπειρία), χτίζω (μια φήμη)
積もる つもる N3

ρήμα

  1. 01 συσσωρεύομαι, μαζεύομαι
  2. 02 εκτιμώ
積み重ねる つみかさねる

ρήμα

  1. 01 στοιβάζω, συσσωρεύω
積み重なる つみかさなる

ρήμα

  1. 01 σωρεύομαι, στοιβάζομαι, συσσωρεύομαι
積み重ね つみかさね

ουσιαστικό

  1. 01 σωρός, συσσώρευση
積み込む つみこむ

ρήμα

  1. 01 φορτώνω (με εμπορεύματα, φορτίο), βάζω πάνω σε μεταφορικό μέσο, αποθηκεύω στο εσωτερικό μεταφορικού μέσου
積み荷 つみに

ουσιαστικό

  1. 01 φορτίο, εμπόρευμα
せき

ουσιαστικό

  1. 01 γινόμενο
  2. 02 όγκος, εμβαδόν
積極性 せっきょくせい

ουσιαστικό

  1. 01 διεκδικητικότητα, θετική στάση, πρωτοβουλία, επιχειρηματικό πνεύμα
積年 せきねん

ουσιαστικό

  1. 01 πολυετής, πολλά χρόνια
  2. 02 μακροχρόνιος (κυρίως για μίσος, κακία), παλαιός
積雪 せきせつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 στρώμα χιονιού, χιονοκάλυψη
積み木 つみき

ουσιαστικό

  1. 01 ξύλινοι κύβοι, ξύλινα τουβλάκια, παιχνίδι με κύβους
  2. 02 στοιβαγμένη ξυλεία, στοίβαξη ξύλου
積載 せきさい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 φόρτωση, μεταφορά
積もり積もる つもりつもる

ρήμα

  1. 01 συσσωρεύομαι διαρκώς, στοιβάζομαι όλο και περισσότερο, συσσωρεύομαι (π.χ. χρέη, ανησυχίες)
積み込み つみこみ

ουσιαστικό

  1. 01 φόρτωση (εμπορευμάτων, φορτίου κ.λπ.)
  2. 02 στοίβαξη των πλακιδίων με τρόπο ευνοϊκό για τον παίκτη
積極 せっきょく

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 ενεργός, θετικός, προοδευτικός
  2. 02 άνοδος
積層 せきそう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 στρωμάτωση, επάλληλη διάταξη