3 αποτελέσματα για «穫»

穫れる とれる

ρήμα

  1. 01 συλλέγομαι, μαζεύομαι
  2. 02 μπορώ να συλλέξω, μπορώ να μαζέψω
穫る とる

ρήμα

  1. 01 θερίζω, συγκομίζω (μια καλλιέργεια)
穫
  1. 01 συγκομίζω, θερίζω
  2. 02 θερίζω, συγκομίζω