5 αποτελέσματα για «窄»

窄まる すぼまる

ρήμα

  1. 01 στενεύω, συστέλλομαι
窄める すぼめる

ρήμα

  1. 01 στενεύω, κλείνω (ομπρέλα), ανασηκώνω (ώμους), σφίγγω (χείλη)
窄む すぼむ

ρήμα

  1. 01 στενεύω, συστέλλομαι
窄む つぼむ

ρήμα

  1. 01 κλείνω (για άνθη), συμπτύσσομαι
  2. 02 στενεύω, περιορίζομαι
  1. 01 στενεύω
  2. 02 διπλώνω
  3. 03 μαζεύω, τυλίγω
  4. 04 ανασηκώνω
  5. 05 ζαρώνω, σουρώνω
  6. 06 κλείνω
  7. 07 κλείνω