22 αποτελέσματα για «窒»

窒息 ちっそく N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ασφυξία, πνιγμός
窒息死 ちっそくし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 θάνατος από ασφυξία, θάνατος από πνιγμό
窒素 ちっそ

ουσιαστικό

  1. 01 άζωτο (N)
窒扶斯 チフス

ουσιαστικό

  1. 01 τυφοειδής πυρετός, παρατυφοειδής πυρετός
  2. 02 τύφος
窒素肥料 ちっそひりょう

ουσιαστικό

  1. 01 αζωτούχο λίπασμα
窒化 ちっか

ουσιαστικό, ρήμα, άλλο

  1. 01 νιτρίδωση
  2. 02 νιτρίδιο
窒素酸化物 ちっそさんかぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 οξείδιο του αζώτου
窒化ホウ素 ちっかホウそ

ουσιαστικό

  1. 01 νιτρίδιο του βορίου
窒息性 ちっそくせい

ουσιαστικό

  1. 01 ασφυκτικός, που προκαλεί ασφυξία
窒死 ちっし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 θάνατος από ασφυξία
窒塞 ちっそく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 φραγμένος, βουλωμένος, αποφραγμένος
窒素固定法 ちっそこていほう

ουσιαστικό

  1. 01 μέθοδος δέσμευσης αζώτου
窒素固定 ちっそこてい

ουσιαστικό

  1. 01 αζωτοδέσμευση
窒息ガス ちっそくガス

ουσιαστικό

  1. 01 ασφυξιογόνο αέριο
窒化物 ちっかぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 νιτρίδιο
窒素循環 ちっそじゅんかん

ουσιαστικό

  1. 01 κύκλος του αζώτου
窒素族元素 ちっそぞくげんそ

ουσιαστικό

  1. 01 ομάδα του αζώτου (ομάδα 15 του περιοδικού πίνακα)
窒素代謝 ちっそたいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 μεταβολισμός αζώτου
窒化ケイ素 ちっかケイそ

ουσιαστικό

  1. 01 νιτρίδιο του πυριτίου
窒素中毒 ちっそちゅうどく

ουσιαστικό

  1. 01 νάρκωση αζώτου