4 αποτελέσματα για «窶»
窶れる やつれる
ρήμα
- 01 γίνομαι αξιοθρήνητος, φαίνομαι αδυνατισμένος, γίνομαι σκελετωμένος, εξαντλούμαι (από ασθένεια, ανησυχία, κ.λπ.)
窶れ やつれ
ουσιαστικό
- 01 εξαθλίωση, σκελετωμένη εμφάνιση, ταλαιπωρημένη όψη
窶す やつす
ρήμα
- 01 αφοσιώνομαι πλήρως σε κάτι, χάνομαι σε κάτι
- 02 μεταμφιέζομαι σε κάποιον, στολίζομαι
窶
- 01 ισχνός, εξαντλημένος, καχεκτικός