10 αποτελέσματα για «章»

しょう N3

ουσιαστικό

  1. 01 κεφάλαιο, τμήμα
  2. 02 μετάλλιο, σήμα, έμβλημα
章句 しょうく

ουσιαστικό

  1. 01 κεφάλαιο και εδάφιο, παράγραφος, απόσπασμα
章段 しょうだん

ουσιαστικό

  1. 01 παράγραφος
章立て しょうだて

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διάταξη κεφαλαίων, χωρισμός σε κεφάλαια
章節 しょうせつ

ουσιαστικό

  1. 01 κεφάλαια και ενότητες, κεφάλαιο και στίχος
章を改める しょうをあらためる

άλλο, ρήμα

  1. 01 ξεκινώ νέο κεφάλαιο
章程 しょうてい

ουσιαστικό

  1. 01 νόμος, κανόνας, διάταγμα, καταστατικό
章動 しょうどう

ουσιαστικό

  1. 01 κλόνηση (αστρονομικό φαινόμενο της ταλάντωσης του άξονα περιστροφής της Γης)
章を断ち義を取る しょうをたちぎをとる

άλλο, ρήμα

  1. 01 ερμηνεύω (και χρησιμοποιώ) ένα απόσπασμα χωρίς να λαμβάνω υπόψη το συγκείμενό του
  1. 01 σήμα, έμβλημα
  2. 02 κεφάλαιο
  3. 03 σύνθεση
  4. 04 ποίημα
  5. 05 σχέδιο