4 αποτελέσματα για «竦»
竦む すくむ
ρήμα
- 01 παγώνω (από φόβο κ.λπ.), μένω ακίνητος (π.χ. από έκπληξη), παραλύω (από τρόμο κ.λπ.)
- 02 κουλουριάζομαι, μαζεύομαι (από φόβο ή ντροπή)
竦める すくめる
ρήμα
- 01 ανασηκώνω (ώμους), μαζεύω (κεφάλι), μαζεύομαι (σώμα)
竦林檎貝 すくみりんごがい
ουσιαστικό
- 01 χρυσοκάραβο, χρυσαφένιο σαλιγκάρι του μήλου
竦
- 01 σκύβω
- 02 μαζεύομαι από φόβο