81 αποτελέσματα για «節»

ふし N3

ουσιαστικό

  1. 01 άρθρωση, κλείδωμα
  2. 02 μελωδία, σκοπός
  3. 03 κόμβος (φυτού), άρθρωση, ρόζος (σε ξύλο), εξόγκωμα
  4. 04 σημείο (αξιόλογο), μέρος
  5. 05 κόμβος
節約 せつやく N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξοικονόμηση (π.χ. χρόνου, χρημάτων, πόρων), οικονομία
せつ N3

ουσιαστικό

  1. 01 περίσταση, στιγμή
  2. 02 τμήμα (λογοτεχνικού έργου ή μουσικού κομματιού), απόσπασμα, παράγραφος, στίχος, στροφή
  3. 03 ρήτρα
  4. 04 εποχή, περίοδος
  5. 05 αρχές, ακεραιότητα
  6. 06 κόμβος (φυτού)
  7. 07 τμήμα (ταξινομική βαθμίδα)
  8. 08 κόμβος (μονάδα ταχύτητας πλοίου)
節度 せつど

ουσιαστικό

  1. 01 μέτρο, σύνεση, πρότυπο
節穴 ふしあな

ουσιαστικό

  1. 01 τρύπα από ρόζο στο ξύλο, πολεμίστρα
  2. 02 κακή όραση, περιορισμένη αντίληψη
節操 せっそう

ουσιαστικό

  1. 01 ακεραιότητα, πίστη, σταθερότητα, αρχή, αφοσίωση, τιμή
節々 ふしぶし

ουσιαστικό

  1. 01 αρθρώσεις, κλειδώσεις
  2. 02 σημεία (ομιλίας)
節目 ふしめ

ουσιαστικό

  1. 01 σημείο καμπής, κρίσιμη καμπή
  2. 02 ρόζος (σε δέντρο κ.λπ.)
節制 せっせい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μετριοπάθεια, αυτοσυγκράτηση, εγκράτεια
節分 せつぶん

ουσιαστικό

  1. 01 σετσουμπούν, η τελευταία ημέρα του χειμώνα στο παραδοσιακό ιαπωνικό ημερολόγιο (συνήθως 3 ή 4 Φεβρουαρίου), κατά την οποία τελείται η ιεροτελεστία σκορπίσματος φασολιών
  2. 02 η τελευταία ημέρα κάθε εποχής (σύμφωνα με το παραδοσιακό ιαπωνικό ημερολόγιο)
節くれだつ ふしくれだつ

ρήμα

  1. 01 εμφανίζω ρόζους (για δέντρα κ.λπ.), γίνομαι ρόζος
  2. 02 γίνομαι τραχύς και οστεώδης (για χέρια, δάχτυλα κ.λπ.), γίνομαι ρόζος, γίνομαι κομπώδης
節操がない せっそうがない

άλλο, επίθετο

  1. 01 αρχολόγητος, ασυνεπής, ανήθικος
節電 せつでん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξοικονόμηση ηλεκτρικής ενέργειας, μείωση κατανάλωσης ρεύματος
節をつける ふしをつける

άλλο, ρήμα

  1. 01 τραγουδώ (ψάλλω, μιλώ) με μελωδία ή ρυθμό, μελοποιώ (στίχους, λόγια, κ.λπ.)
節句 せっく

ουσιαστικό

  1. 01 εποχική γιορτή
節減 せつげん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 περικοπή, περιορισμός, οικονομία
節足動物 せっそくどうぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 αρθρόποδο
節回し ふしまわし

ουσιαστικό

  1. 01 μελωδία, τονισμός
節義 せつぎ

ουσιαστικό

  1. 01 αφοσίωση στις αρχές κάποιου
節介 せっかい

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ανάμειξη, παρεμβατικότητα, αδιακρισία, επέμβαση στα ξένα πράγματα