17 αποτελέσματα για «範»
範囲 はんい N3
ουσιαστικό
- 01 έκταση, πεδίο, εμβέλεια, φάσμα, εύρος
範囲内 はんいない
ουσιαστικό
- 01 εντός ορίων, μέσα στα πλαίσια (κάποιου πράγματος), εντός μιας περιοχής
範疇 はんちゅう
ουσιαστικό
- 01 κατηγορία
- 02 κατηγορία
範囲外 はんいがい
ουσιαστικό
- 01 εκτός ορίων, εκτός των ορίων (του...), εκτός εύρους, εκτός πεδίου εφαρμογής
範 はん
ουσιαστικό
- 01 παράδειγμα
- 02 πρότυπο
範囲を狭める はんいをせばめる
άλλο, ρήμα
- 01 περιορίζω το εύρος
範を垂れる はんをたれる
άλλο, ρήμα
- 01 παρέχω παράδειγμα προς μίμηση
範例 はんれい
ουσιαστικό
- 01 παράδειγμα
範士 はんし
ουσιαστικό
- 01 δάσκαλος ξιφασκίας ανώτατου βαθμού
範疇文法 はんちゅうぶんぽう
ουσιαστικό
- 01 κατηγορική γραμματική
範囲演算子 はんいえんざんし
ουσιαστικό
- 01 τελεστής εύρους (..)
範囲検査 はんいけんさ
ουσιαστικό
- 01 έλεγχος εύρους
範囲名 はんいめい
ουσιαστικό
- 01 όνομα περιοχής
範囲明示文 はんいめいじぶん
ουσιαστικό
- 01 δήλωση περιορισμένης εμβέλειας
範列 はんれつ
ουσιαστικό
- 01 παράδειγμα, πρότυπο
範列関係 はんれつかんけい
ουσιαστικό
- 01 παραδειγματική σχέση
範
- 01 πρότυπο, υπόδειγμα
- 02 παράδειγμα
- 03 μοντέλο, πρότυπο