21 αποτελέσματα για «築»

築く きずく N3

ρήμα

  1. 01 χτίζω, οικοδομώ, κατασκευάζω, ανεγείρω
  2. 02 δημιουργώ, χτίζω, διαμορφώνω (π.χ. φήμη, θέση, περιουσία), καθιερώνω, ιδρύω (π.χ. σχέση, νοικοκυριό, παράδοση), θέτω τα θεμέλια, βάζω τις βάσεις
築き上げる きずきあげる

ρήμα

  1. 01 χτίζω, κατασκευάζω, ανεγείρω
  2. 02 συσσωρεύω (περιουσία, φήμη, επιχείρηση κ.λπ.), εδραιώνω (σχέση, σύστημα κ.λπ.), δημιουργώ
ちく

πρόθημα, επίθημα

  1. 01 έτη από την κατασκευή, ηλικία κτιρίου
  2. 02 κατασκευασμένο το
築地 つきじ

ουσιαστικό

  1. 01 προσχωματική γη, μπαζωμένη περιοχή
築城 ちくじょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κατασκευή κάστρου, χτίσιμο κάστρου, οχύρωση
築山 つきやま

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνητός λόφος (σε κήπο)
築年数 ちくねんすう

ουσιαστικό

  1. 01 ηλικία κτιρίου
築造 ちくぞう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κατασκευή, ανέγερση
築地塀 ついじべい

ουσιαστικό

  1. 01 πλίθινος τοίχος με στέγη, στεγασμένος πλίθινος τοίχος
築港 ちっこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κατασκευή λιμένα
  2. 02 τεχνητός λιμένας
築堤 ちくてい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανάχωμα, όχθη
築地 ついじ

ουσιαστικό

  1. 01 πηλότοιχος με στέγη
築浅 ちくあさ

ουσιαστικό

  1. 01 σχετικά καινούργιος (για κτίριο), πρόσφατα χτισμένος
築後 ちくご

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 μετά την κατασκευή, μετά την οικοδόμηση
築泥 ついひじ

ουσιαστικό

  1. 01 πλίθινος τοίχος με στέγη, στεγασμένος πλίθινος τοίχος
築庭 ちくてい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαμόρφωση κήπου
築垣 ついがき

ουσιαστικό

  1. 01 χωμάτινος τοίχος με στέγη
築磯 つきいそ

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνητός ύφαλος
築年 ちくねん

ουσιαστικό

  1. 01 ηλικία κτιρίου, έτη από την κατασκευή
築古 ちくふる

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 παλαιά κατασκευή (ειδικά στα ακίνητα), παλαιό κτίριο