6 αποτελέσματα για «籍»
籍 せき
ουσιαστικό
- 01 οικογενειακό μητρώο, μόνιμη κατοικία
- 02 υπηκοότητα
- 03 μέλος (συλλόγου, κόμματος, κ.λπ.)
籍を置く せきをおく
άλλο, ρήμα
- 01 εγγράφομαι (σε σχολή, πρόγραμμα σπουδών κ.λπ.), είμαι μέλος (οργανισμού)
籍を入れる せきをいれる
άλλο, ρήμα
- 01 καταχωρώ το όνομα στο οικογενειακό μητρώο (κοσέκι)
籍に入れる せきにいれる
άλλο, ρήμα
- 01 εγγράφομαι στο οικογενειακό μητρώο
籍船 せきせん
ουσιαστικό, επίθημα
- 01 νηολόγιο πλοίου
籍
- 01 εγγράφομαι
- 02 μητρώο κατοίκων
- 03 ιδιότητα μέλους