5 αποτελέσματα για «籬»
籬 まがき
ουσιαστικό
- 01 πλεγμένος φράχτης
籬 ませ
ουσιαστικό
- 01 χαμηλός, πρόχειρα πλεγμένος φράχτης
- 02 διαχωριστικό μεταξύ θεωρείων (π.χ. σε θέατρο κ.λπ.)
籬垣 ませがき
ουσιαστικό
- 01 κοντός αραιόπλεχτος φράκτης
籬貝 まがきがい
ουσιαστικό
- 01 στρόμβος ο λουουανός (Strombus luhuanus)
籬
- 01 αδρόπλεκτος φράχτης
- 02 φράχτης μπαμπού