24 αποτελέσματα για «糊»
糊 のり N2
ουσιαστικό
- 01 κόλλα, αλευρόκολλα
- 02 κόλλα υφασμάτων (κόλλα για το κολλάρισμα των ρούχων)
糊塗 こと
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μπάλωμα (π.χ. μιας αποτυχίας), συγκάλυψη (π.χ. ενός λάθους), εξωραϊσμός
糊口 ここう
ουσιαστικό
- 01 ίσα ίσα τα προς το ζην, επιβίωση
糊付け のりづけ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κολλαρίσιμο (π.χ. ρούχων)
- 02 κόλλημα, επικόλληση (π.χ. χαρτιού, επιστολής)
糊口を凌ぐ ここうをしのぐ
άλλο, ρήμα
- 01 φυτοζωώ, εξασφαλίζω τα προς το ζην με δυσκολία, βγάζω το ψωμί μου ίσα ίσα
糊のきいた のりのきいた
άλλο
- 01 καλοκολλαρισμένος (ρούχο), σφιχτά κολλαρισμένος
糊状 のりじょう
ουσιαστικό
- 01 σε μορφή κόλλας, παχύρρευστη υφή σαν κόλλα
糊代 のりしろ
ουσιαστικό
- 01 πλάτος επικάλυψης, περιθώριο για κόλλημα (π.χ. δύο κομματιών χαρτιού)
- 02 περιθώριο ελιγμών, άπλα, χώρος, περιθώριο, ανοχή
糊化 こか
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ζελατινοποίηση
糊精 こせい
ουσιαστικό
- 01 δεξτρίνη
糊する のりする
ρήμα
- 01 κολλάω, επαλείφω με κόλλα, κολλάω με αμυλόκολλα (π.χ. ένα πουκάμισο)
- 02 βγάζω τα προς το ζην με κόπο
糊着 こちゃく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κολλάω με κόλλα, προσκολλάμαι (σαν να είμαι κολλημένος)
糊付きテープ のりつきテープ
ουσιαστικό
- 01 αυτοκόλλητη ταινία, σελοτέιπ
糊付きレッテル のりつきレッテル
ουσιαστικό
- 01 αυτοκόλλητη ετικέτα
糊付き封筒 のりつきふうとう
ουσιαστικό
- 01 φάκελος με αυτοκόλλητη ταινία
糊空木 のりうつぎ
ουσιαστικό
- 01 νωριούτσουγκι, ορτανσία η πανικώδης
糊剤 こざい
ουσιαστικό
- 01 κόλλα, συγκολλητικό, αλοιφή, ουσίες εμποτισμού
糊置き のりおき
ουσιαστικό
- 01 εφαρμογή πάστας (για βαφή με τεχνική προστασίας)
糊貼り のりばり
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κόλλημα, επικόλληση
- 02 κολλαρισμα
糊刷毛 のりばけ
ουσιαστικό
- 01 πινέλο επάλειψης κόλλας