46 αποτελέσματα για «糞»

ふん

ουσιαστικό

  1. 01 κόπρανα (ειδικά ζώων), περιττώματα, κοπριά
くそ

επιφώνημα, ουσιαστικό, πρόθημα, επίθετο, επίρρημα

  1. 01 ανάθεμα, κερατά, σκουπίδια
  2. 02 περιττώματα, κόπρανα, ακαθαρσίες
  3. 03 καταραμένος, διαολεμένος, χαζός
  4. 04 πολύ, εξαιρετικά, πραγματικά
  5. 05 τρομερός, απαίσιος, άθλιος
  6. 06 πάρα πολύ
  7. 07 αμελητέος, ασήμαντος, μηδαμινός, ανάξιος λόγου, εκτός συζήτησης
糞尿 ふんにょう

ουσιαστικό

  1. 01 περιττώματα και ούρα, εκκρίματα, ανθρώπινα απόβλητα
糞ったれ くそったれ

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 καθίκι, παλιάνθρωπος
  2. 02 καταραμένος, διάολε
糞便 ふんべん

ουσιαστικό

  1. 01 περιττώματα, κόπρανα
糞餓鬼 くそがき

ουσιαστικό

  1. 01 ανόητο κακομαθημένο παιδί, καθίκι
糞虫 くそむし

ουσιαστικό

  1. 01 κοπροφάγο σκαθάρι, σκαραβαίος
  2. 02 σκουλήκια σε περιττώματα
糞爺 くそじじい

ουσιαστικό

  1. 01 γέρος, γέρικο τράγος
糞ほど くそほど

άλλο, επίρρημα

  1. 01 υπερβολικά, πάρα πολύ
  2. 02 καραβιές, σωρό, τεράστια ποσότητα, κατά κόρον
糞婆 クソババア

ουσιαστικό

  1. 01 γριά μάγισσα, γριά γυναίκα, γριά τσούλα
糞ビッチ くそビッチ

ουσιαστικό

  1. 01 αχρεία σκύλα
糞味噌 くそみそ

επίθετο

  1. 01 δριμέως (ασκώ κριτική, κατακρίνω κ.λπ.), τρομερά, σκληρά, καυστικά
  2. 02 ανίκανος να διακρίνω το καλό από το κακό, (πολύτιμα και άχρηστα πράγματα) αντιμετωπίζονται ως ίδια
糞袋 くそぶくろ

ουσιαστικό

  1. 01 στομάχι, έντερα
  2. 02 άνθρωπος, ανθρώπινο σώμα
  3. 03 σακούλα για περιττώματα, σακούλα περισυλλογής περιττωμάτων σκύλου
糞転がし ふんころがし

ουσιαστικό

  1. 01 σκαθάρι της κοπριάς, φουνκορόγκαζι
糞壺 くそつぼ

ουσιαστικό

  1. 01 πήλινο δοχείο για τη συλλογή ανθρώπινων περιττωμάτων
糞土 ふんど

ουσιαστικό

  1. 01 χώμα με κοπριά, λιπασμένο χώμα
糞ゲー くそゲー

ουσιαστικό

  1. 01 άθλιο βιντεοπαιχνίδι, κακό παιχνίδι, σκουπίδι παιχνίδι
糞男 くそおとこ

ουσιαστικό

  1. 01 αχρείος, καθίκι
糞害 ふんがい

ουσιαστικό

  1. 01 προβλήματα που προκαλούνται από περιττώματα ζώων
糞落ち着き くそおちつき

ουσιαστικό

  1. 01 προκλητικά ήρεμος