6 αποτελέσματα για «糾»

糾弾 きゅうだん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επίκριση, καταγγελία, λεκτική επίθεση, επίρριψη ευθυνών
糾合 きゅうごう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συγκεντρώνω, στρατολογώ
糾明 きゅうめい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διεξοδική εξέταση, εξακρίβωση των γεγονότων μέσω ενδελεχούς έρευνας
糾問 きゅうもん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανάκριση, έρευνα
糾う あざなう

ρήμα

  1. 01 πλέκω κλώνους (για παράδειγμα σε σχοινί), στρίβω σχοινί
  1. 01 στριφογυρίζω
  2. 02 ρωτώ
  3. 03 ερευνώ
  4. 04 επαληθεύω