24 αποτελέσματα για «紋»

紋章 もんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 έμβλημα, οικόσημο
もん

ουσιαστικό

  1. 01 οικογενειακό έμβλημα, οικόσημο
  2. 02 μοτίβο, σχέδιο
  3. 03 σύμβολο τράπουλας (στο καρούτα)
紋付 もんつき

ουσιαστικό

  1. 01 ένδυμα (π.χ. κιμονό) διακοσμημένο με το οικογενειακό έμβλημα
紋服 もんぷく

ουσιαστικό

  1. 01 ένδυμα διακοσμημένο με το οικόσημο της οικογένειας
紋所 もんどころ

ουσιαστικό

  1. 01 οικογενειακό έμβλημα
紋切り型 もんきりがた

ουσιαστικό

  1. 01 τυποποιημένος, στερεοτυπικός, τετριμμένος
紋章学 もんしょうがく

ουσιαστικό

  1. 01 εραλδική
紋白蝶 もんしろちょう

ουσιαστικό

  1. 01 μικρή λευκή πεταλούδα του λάχανου (Pieris rapae)
紋日 もんび

ουσιαστικό

  1. 01 αργία, ημέρα εορτής
  2. 02 ημέρα κατά την οποία οι ιερόδουλες ήταν υποχρεωμένες να δέχονται πελάτες
紋付羽織 もんつきはおり

ουσιαστικό

  1. 01 πάνω ένδυμα χαόρι που φέρει το οικογενειακό οικόσημο
紋付羽織袴 もんつきはおりはかま

ουσιαστικό

  1. 01 σακάκι χαόρι διακοσμημένο με το οικογενειακό οικόσημο και χακάμα (επίσημη ανδρική ενδυμασία στην Ιαπωνία)
紋羽二重 もんはぶたえ

ουσιαστικό

  1. 01 χαμπουτάε (μεταξωτό ύφασμα που χρησιμοποιείται ως φόδρα σε ποιοτικά κιμονό) με διακοσμητικά εμβλήματα, μοτιβωτό χαμπουτάε
紋本 もんぽん

ουσιαστικό

  1. 01 μητρώο οικοσήμων
紋織り もんおり

ουσιαστικό

  1. 01 υφαντά με σχέδια
紋黄蝶 もんきちょう

ουσιαστικό

  1. 01 μονκίτσο (είδος πεταλούδας, Colias erate)
紋甲いか もんごういか

ουσιαστικό

  1. 01 σουπιά, είδος μογγοικά (Sepia lycidas)
  2. 02 κοινή σουπιά (Sepia officinalis)
紋殻皮剥 もんがらかわはぎ

ουσιαστικό

  1. 01 παρδαλή σκανδαλόψαρο (Balistoides conspicillum)
紋雀蜂 もんすずめばち

ουσιαστικό

  1. 01 ευρωπαϊκή σφήκα (Vespa crabro)
紋殻通 もんがらどおし

ουσιαστικό

  1. 01 φιδόχελο των Φάουλερ (είδος Ophichthus erabo)
紋帳 もんちょう

ουσιαστικό

  1. 01 κατάλογος οικογενειακών εμβλημάτων