23 αποτελέσματα για «紐»
紐 ひも N3
ουσιαστικό
- 01 κορδόνι, σχοινί
- 02 λουρί
- 03 ζιγκολό, προαγωγός, άνδρας που εξαρτάται οικονομικά από γυναίκα
- 04 περιορισμοί, όροι
- 05 μανδύας (μαλακίων κ.λπ.)
- 06 λεπτό έντερο (μοσχαριού, χοιρινού), κρέας ωοθηκών (κοτόπουλου)
紐育 ニューヨーク
ουσιαστικό
- 01 Νέα Υόρκη
紐解く ひもとく
ρήμα
- 01 διαβάζω (βιβλίο), ξεφυλλίζω (βιβλίο για να διαβάσω)
- 02 ξετυλίγω (π.χ. ένα μυστήριο), ανακαλύπτω (την αλήθεια)
紐を結ぶ ひもをむすぶ
άλλο, ρήμα
- 01 δένω κορδόνι
紐帯 ちゅうたい
ουσιαστικό
- 01 δεσμός, κοινωνικός δεσμός, σύνδεσμος, στενή σχέση, σημαντική διασύνδεση
- 02 ζώνη και κορδόνι, σκοινί, ιμάντας
紐づける ひもづける
ρήμα
- 01 συσχετίζω (πληροφορίες, λογαριασμούς κ.λπ.), συνδέω
紐パン ひもパン
ουσιαστικό
- 01 μπικίνι με κορδόνια, στρινγκ
紐づく ひもづく
ρήμα
- 01 συνδέομαι (ειδικότερα για δεδομένα), συσχετίζομαι (π.χ. με έναν λογαριασμό), σχετίζομαι
紐付け ひもづけ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 σύνδεση, συσχέτιση (πληροφοριών), σύνδεση
紐の端 ひものはし
ουσιαστικό
- 01 άκρη κορδονιού
紐タイ ひもタイ
ουσιαστικό
- 01 γραβάτα κορδόνι, γραβάτα από κορδόνι
紐ネクタイ ひもネクタイ
ουσιαστικό
- 01 μπολό, γραβάτα με κορδόνι
紐パンツ ひもパンツ
ουσιαστικό
- 01 στρινγκ μπικίνι, στριγκ, θονγκ
紐作り ひもづくり
ουσιαστικό
- 01 χημοζούκουρι (μέθοδος αγγειοπλαστικής με πηλό σε μορφή κορδονιού)
紐鶏頭 ひもげいとう
ουσιαστικό
- 01 αμάρανθος ο ουραίος (Amaranthus caudatus), λουλούδι με φούντες, βελούδινο λουλούδι, αμάρανθος η αλεξανδρινή ουρά, σιτάρι των Ίνκας
紐革 ひもかわ
ουσιαστικό
- 01 λουρί, ιμάντας
紐虫 ひもむし
ουσιαστικό
- 01 νημερτίνος (οποιοδήποτε σκουλήκι της συνομοταξίας των Νημερτινών)
紐革饂飩 ひもかわうどん
ουσιαστικό
- 01 πλατιά χυλοπίτες
紐付き融資 ひもつきゆうし
ουσιαστικό
- 01 δεσμευμένο δάνειο (δάνειο με όρους χρήσης)
紐形動物 ひもがたどうぶつ
ουσιαστικό
- 01 νημερτίνος (κάθε σκουλήκι του συνομοταξίας των Νημερτινών)