25 αποτελέσματα για «紡»

紡ぐ つむぐ

ρήμα

  1. 01 κλώθω, φτιάχνω νήμα
  2. 02 πλέκω (π.χ. μια ιστορία), συνθέτω (π.χ. λέξεις), συγκροτώ
紡績 ぼうせき N1

ουσιαστικό

  1. 01 νήση, κλώση (υφαντουργία)
  2. 02 νήμα
紡錘 ぼうすい

ουσιαστικό

  1. 01 ατράκτι
紡績工場 ぼうせきこうじょう

ουσιαστικό

  1. 01 εργοστάσιο κλωστοϋφαντουργίας, κλωστήριο
紡錘形 ぼうすいけい

ουσιαστικό

  1. 01 ατρακτοειδής
紡織 ぼうしょく

ουσιαστικό

  1. 01 κλώση και ύφανση
紡績機 ぼうせきき

ουσιαστικό

  1. 01 κλωστική μηχανή, κλώστης, κλωστική μηχανή τύπου τζένι
紡績機械 ぼうせききかい

ουσιαστικό

  1. 01 κλωστική μηχανή, κλωστικός εξοπλισμός
紡ぎ糸 つむぎいと

ουσιαστικό

  1. 01 νημα, κλωστή (από μετάξι, μαλλί, βαμβάκι κ.λπ.)
紡績工 ぼうせきこう

ουσιαστικό

  1. 01 κλωστοϋφαντουργός, υπάλληλος κλωστήριου
紡機 ぼうき

ουσιαστικό

  1. 01 κλωστική μηχανή
紡車 ぼうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ανέμη
紡錘体 ぼうすいたい

ουσιαστικό

  1. 01 άτρακτος
紡糸 ぼうし

ουσιαστικό

  1. 01 νηματοποίηση, νήμα (βαμβάκι, μαλλί)
紡織業 ぼうしょくぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 κλωστοϋφαντουργία
紡毛 ぼうもう

ουσιαστικό

  1. 01 λανισμένο μαλλί
紡績突起 ぼうせきとっき

ουσιαστικό

  1. 01 κλωστήριο (της αράχνης)
紡績糸 ぼうせきいと

ουσιαστικό

  1. 01 γνέμα
紡ぎ歌 つむぎうた

ουσιαστικό

  1. 01 τραγούδι της ανέμης
紡錘車 ぼうすいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 βάση αδραχτιού