5 αποτελέσματα για «絆»
絆 きずな
ουσιαστικό
- 01 δεσμός (μεταξύ ανθρώπων), συναισθηματικοί δεσμοί, σχέση, σύνδεση, σύνδεσμος
- 02 δεσμά, πέδες
絆創膏 ばんそうこう
ουσιαστικό
- 01 αυτοκόλλητος επίδεσμος, τσιρότο
絆す ほだす
ρήμα
- 01 δεσμεύω, φυλακίζω, περιορίζω
絆される ほだされる
ρήμα
- 01 υποκύπτω (σε συναισθήματα), δεσμεύομαι, καταβάλλομαι, συγκινούμαι, αγγίζομαι (συναισθηματικά)
絆
- 01 δεσμοί
- 02 δεσμά