112 αποτελέσματα για «統»

統一 とういつ N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ενότητα, ενοποίηση, ομοιομορφία, συμβατότητα
統治 とうち N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κυριαρχία, βασιλεία, κυβέρνηση, διακυβέρνηση
統合 とうごう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ολοκλήρωση, ενοποίηση, ενότητα, συνδυασμός, παγίωση, σύνθεση
統制 とうせい N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κανονισμός, έλεγχος
統率 とうそつ N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διοίκηση, ηγεσία, αρχηγία
統括 とうかつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ενοποίηση, συνένωση, γενίκευση
  2. 02 έλεγχος, εποπτεία
統べる すべる

ρήμα

  1. 01 κυβερνώ, διοικώ, εξουσιάζω, ελέγχω
  2. 02 ενσωματώνω, ενοποιώ, ενώνω, συμπεριλαμβάνω
統計 とうけい N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 στατιστική
統治者 とうちしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 κυβερνήτης, ηγεμόνας
統一感 とういつかん

ουσιαστικό

  1. 01 αίσθηση ενότητας, αίσθηση ομοιογένειας
統率力 とうそつりょく

ουσιαστικό

  1. 01 ηγεσία, αρχηγικές ικανότητες
統率者 とうそつしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 αρχηγός, διοικητής
統一性 とういつせい

ουσιαστικό

  1. 01 ομοιομορφία, ακεραιότητα
統計的 とうけいてき

επίθετο

  1. 01 στατιστικός
統御 とうぎょ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έλεγχος, κυριαρχία
統一的 とういつてき

επίθετο

  1. 01 ενοποιημένος
統計学 とうけいがく

ουσιαστικό

  1. 01 στατιστική
統領 とうりょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διακυβέρνηση, διοίκηση, έλεγχος
  2. 02 ύπατος (της Ρωμαϊκής δημοκρατίας)
  3. 03 ύπατος (της Γαλλικής δημοκρατίας, 1799-1804)
統治下 とうちか

ουσιαστικό

  1. 01 τελώ υπό τη διοίκηση, βρίσκομαι υπό τον έλεγχο της κυβέρνησης
統治権 とうちけん

ουσιαστικό

  1. 01 κυριαρχία