6 αποτελέσματα για «綻»
綻ぶ ほころぶ
ρήμα
- 01 αρχίζω να ανοίγω, ανθίζω
- 02 χαμογελώ πλατιά
- 03 ξηλώνομαι στις ραφές (ρούχα)
綻び ほころび
ουσιαστικό
- 01 ξεχαρβαλωμένη ραφή, σχισμή, ξήλωμα
綻びる ほころびる N1
ρήμα
- 01 θηλυκώνω, ξηλώνομαι, σκίζομαι
- 02 αρχίζω να ανοίγω, αρχίζω να ανθίζω
- 03 χαμογελώ πλατιά, ξεσπώ σε χαμόγελο
綻ばす ほころばす
ρήμα
- 01 ξηλώνω (ραφή), ανοίγω, σκίζω, ξεσπάω (π.χ. σε χαμόγελο)
綻ばせる ほころばせる
ρήμα
- 01 χαμογελώ, σχηματίζω χαμόγελο
- 02 σκίζω, διαρρηγνύω
- 03 ανοίγω, αρχίζω να ανοίγω (για μπουμπούκια)
綻
- 01 σχίζομαι
- 02 σκισμένος
- 03 ξηλώνω
- 04 τρέχω
- 05 αρχίζω να ανοίγω
- 06 χαμογελώ