73 αποτελέσματα για «緊»

緊張 きんちょう N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ένταση, καταπόνηση, νευρικότητα, στρες
  2. 02 εντάσεις (μεταξύ χωρών, ομάδων κ.λπ.)
  3. 03 τόνος, μυϊκός τόνος
緊急 きんきゅう N1

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 κατεπείγον, έκτακτη ανάγκη
緊張感 きんちょうかん

ουσιαστικό

  1. 01 αίσθημα έντασης, κλίμα έντασης, ένταση, νευρικότητα
緊急事態 きんきゅうじたい

ουσιαστικό

  1. 01 κατάσταση έκτακτης ανάγκης, έκτακτη ανάγκη, κρίση
緊迫 きんぱく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ένταση, πίεση
緊急時 きんきゅうじ

ουσιαστικό

  1. 01 έκτακτη ανάγκη, περίπτωση ανάγκης
緊迫感 きんぱくかん

ουσιαστικό

  1. 01 αίσθηση επείγοντος, αίσθημα έντονης πίεσης
緊張状態 きんちょうじょうたい

ουσιαστικό

  1. 01 κατάσταση έντασης
緊急避難 きんきゅうひなん

ουσιαστικό

  1. 01 κατεπείγουσα εκκένωση
緊密 きんみつ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 αυστηρότητα, στενή σχέση, πυκνότητα, δεμένος
緊縛 きんばく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σφιχτό δέσιμο, στενό δέσιμο
  2. 02 ερωτικός δεσμός (bondage)
緊急会議 きんきゅうかいぎ

ουσιαστικό

  1. 01 έκτακτη σύσκεψη, επείγουσα συνεδρίαση, κατεπείγουσα συνάντηση
緊急停止 きんきゅうていし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εκτάκτως διακοπή λειτουργίας, έκτακτος τερματισμός, κατεπείγουσα διακοπή λειτουργίας (πυρηνικός αντιδραστήρας)
緊急事態宣言 きんきゅうじたいせんげん

ουσιαστικό

  1. 01 κήρυξη κατάστασης έκτακτης ανάγκης
緊急手術 きんきゅうしゅじゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 επειγουσα χειρουργικη επεμβαση
緊急配備 きんきゅうはいび

ουσιαστικό

  1. 01 έκτακτη ανάπτυξη (αστυνομίας κ.λπ.), επείγουσα τοποθέτηση
緊急措置 きんきゅうそち

ουσιαστικό

  1. 01 έκτακτα μέτρα, επείγοντα αντισταθμιστικά μέτρα
緊急警報 きんきゅうけいほう

ουσιαστικό

  1. 01 έκτακτη ειδοποίηση, κρίσιμη ειδοποίηση, προειδοποίηση έκτακτης ανάγκης
緊急発進 きんきゅうはっしん

ουσιαστικό

  1. 01 επείγουσα απογείωση, εκτάκτως απογείωση
緊める しめる

ρήμα

  1. 01 γίνομαι αυστηρός με