きんばく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σφιχτό δέσιμο, στενό δέσιμο
  2. 02 ερωτικός δεσμός (bondage)

Κλίση

Παρόν (απλό)
緊縛する
Παρόν (ευγενικό)
緊縛します
Άρνηση (απλή)
緊縛しない
Άρνηση (ευγενική)
緊縛しません
Παρελθόν (απλό)
緊縛した
Παρελθόν (ευγενικό)
緊縛しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
緊縛しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
緊縛しませんでした
Τε-μορφή
緊縛して
Δυνητική
緊縛できる
Προστακτική
緊縛しろ
Βουλητική
緊縛しよう
Υποθετική (ば)
緊縛すれば